Η υποτροπή ενδεχομένως αποτελεί μία από τις πιο δύσκολες και συναισθηματικά φορτισμένες εμπειρίες στο ταξίδι ενός ανθρώπου προς την απεξάρτηση. Για τους ανθρώπους που βρίσκονται σε μία τέτοια διαδικασία και αρχίζουν να «βλέπουν φως στο τούνελ», με την έννοια ότι καταφέρνουν να αποστασιοποιηθούν για κάποιο χρονικό διάστημα από το αντικείμενο της εξάρτησής τους — τις ουσίες, τον τζόγο κ.ά. — η επιστροφή σε αυτό μπορεί να συνοδεύεται από ενοχές, απογοήτευση και έντονη αίσθηση αποτυχίας. Μία τέτοια κατάσταση ονομάζεται «φαινόμενο παραβίασης της αποχής» και ενδέχεται να οδηγήσει τους ανθρώπους που τη βιώνουν σε πλήρη υποτροπή (Curry, Marlatt, & Gordon, 1987).
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πολύ πιο σύνθετη. Η επιστροφή στη χρήση ουσιών ή σε οποιαδήποτε εξαρτητική συμπεριφορά δεν σημαίνει απαραίτητα αποτυχία. Αντιθέτως, αποτελεί μέρος της διαδικασίας αλλαγής και έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως ένα σημαντικό μάθημα και μία πολύτιμη ευκαιρία για τον άνθρωπο που βρίσκεται σε διαδικασία απεξάρτησης, ώστε να κατανοήσει βαθύτερα τον εαυτό του και να αποκτήσει εργαλεία που θα τον βοηθήσουν να συνεχίσει την θεραπευτική του πορεία.
Η απεξάρτηση δεν αποτελεί μία ευθεία διαδρομή, αλλά μία δυναμική διαδικασία. Είναι γεμάτη προκλήσεις, δυσκολίες, αλλαγές και εσωτερικές συγκρούσεις. Καθώς η εξάρτηση επηρεάζει τόσο το σώμα όσο και την ψυχολογία, τη συμπεριφορά και συνολικά τον τρόπο ζωής του ατόμου, η αλλαγή δεν έρχεται από τη μία στιγμή στην άλλη. Όπως συμβαίνει σε κάθε μεγάλη αλλαγή ζωής, έτσι και εδώ το πισωγύρισμα αποτελεί ένα πιθανό ενδεχόμενο, το οποίο δεν οφείλεται απλώς σε έλλειψη θέλησης ή προσωπική αδυναμία.
Η υποτροπή μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάρρωσης, ακόμη και αν έχει προηγηθεί μεγάλο χρονικό διάστημα αποχής από τη χρήση ουσιών ή από κάποια εξαρτητική συμπεριφορά. Οι Henderson et al. (2011) αναφέρονται στην υποτροπή ως ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, το οποίο σχετίζεται με ψυχολογικούς, κοινωνικούς και συναισθηματικούς παράγοντες, όπως το έντονο άγχος, η συναισθηματική πίεση, οι επιδράσεις του κοινωνικού περίγυρου, η μοναξιά, ακόμη και η υπερβολική αυτοπεποίθηση ότι «τώρα όλα είναι υπό έλεγχο» και ότι «το πρόβλημα ξεπεράστηκε».
Η ταύτιση της υποτροπής με προσωπική αποτυχία μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε παραίτηση από τη διαδικασία της απεξάρτησης και σε απομάκρυνση από τη θεραπεία. Αντιθέτως, αυτή ακριβώς η στιγμή μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για διερεύνηση των παραγόντων που συνέβαλαν στην υποτροπή και για απόκτηση πολύτιμων γνώσεων σχετικά με τον εαυτό και τη συμπεριφορά του ατόμου:
- Ποιες καταστάσεις λειτούργησαν ως «πυροδότες» της υποτροπής;
- Ποια συναισθήματα δεν εκφράστηκαν;
- Ποιες ανάγκες έμειναν ακάλυπτες;
- Ποιες στρατηγικές αντιμετώπισης αξιοποιήθηκαν για την πρόληψη της υποτροπής;
- Τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά;
Εξάλλου, η δυνατότητα ενός ανθρώπου να αναγνωρίζει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, να ζητά βοήθεια, να αποδέχεται τη βοήθεια που του προσφέρεται και να συνεχίζει την προσπάθεια αποτελεί ουσιαστικό δείγμα δύναμης και όχι αδυναμίας.
Ο ρόλος του υποστηρικτικού περιβάλλοντος είναι καθοριστικός σε αυτή τη φάση. Η οικογένεια, οι φίλοι, οι συνάδελφοι και οι θεραπευτές μπορούν να ασκήσουν σημαντική επιρροή στην πορεία της ανάρρωσης. Οι άνθρωποι που βιώνουν την επιστροφή στην εξαρτητική συμπεριφορά συχνά δυσκολεύονται να μιλήσουν γι’ αυτό, φοβούμενοι την κριτική, την απογοήτευση που θεωρούν ότι θα προκαλέσουν στους αγαπημένους τους ή ακόμη και την απόρριψη από το θεραπευτικό πλαίσιο στο οποίο βρίσκονται.
Η σιωπή και η απομόνωση μέσα σε αυτή την κατάσταση συχνά εντείνουν το πρόβλημα, ενώ η επικριτικότητα και η απόρριψη τείνουν να ενισχύουν τη ντροπή και την απομόνωση. Αντίθετα, η κατανόηση και η σταθερή υποστήριξη από τους σημαντικούς άλλους βοηθούν το άτομο να επιστρέψει στη θεραπευτική του πορεία, με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν εξαρχής προστατευτικά απέναντι στην υποτροπή (Leukefeld & Tims, 1989).
Η ισχυρότερη ένδειξη ότι η υποτροπή μπορεί να λειτουργήσει ως μάθημα είναι το γεγονός ότι αρκετοί άνθρωποι, οι οποίοι κατάφεραν να απεξαρτηθούν μακροχρόνια, είχαν βιώσει μία ή περισσότερες υποτροπές πριν σταθεροποιήσουν την πορεία ανάρρωσής τους (Klein et al., 2022). Όπως συμβαίνει και με πολλές άλλες δεξιότητες — ακόμη και με κάτι τόσο απλό όπως η εκμάθηση ποδηλάτου — συχνά χρειάζεται κανείς να πέσει μερικές φορές, να προσαρμόσει την προσέγγισή του και να προσπαθήσει ξανά, προτού καταφέρει να κατακτήσει τη νέα αυτή δεξιότητα.
Η υποτροπή, λοιπόν, δεν χρειάζεται να σηματοδοτεί το τέλος της προσπάθειας, αλλά μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας ουσιαστικής μαθησιακής διαδικασίας. Άλλωστε, η πραγματική επιτυχία — τόσο στην απεξάρτηση όσο και στη ζωή γενικότερα — δεν βρίσκεται στην επίτευξη της τελειότητας, αλλά στην ικανότητα του ανθρώπου να σηκώνεται ξανά, να κατανοεί καλύτερα τον εαυτό του και να συνεχίζει το ταξίδι της ανάρρωσης και της αυτοβελτίωσης, με στόχο μία πιο ισορροπημένη και υγιή ζωή.
”
Η υποτροπή, λοιπόν, δεν χρειάζεται να σηματοδοτεί το τέλος της προσπάθειας
“
Βιβλιογραφική έρευνα – συγγραφή: Αργυρού Μαρία
Επιμέλεια κειμένου και έλεγχος εγκυρότητας βιβλιογραφικών πηγών: Επιστημονική ομάδα Επί Σ.Κ.Ε.Ψ.Υ
